Ο σκαντζόχοιρος που έστρωσε για τον χειμώνα

Ήταν φθινόπωρο στο δάσος. Τα φύλλα είχαν γίνει κίτρινα και κόκκινα και τα βράδια έρχονταν νωρίς. Ο μικρός σκαντζόχοιρος, ο Σκαντζούλης, χασμουρήθηκε τόσο πολύ, που κουνήθηκαν όλα του τα αγκάθια.
«Σε λίγο θα έρθει ο χειμώνας», είπε. «Τότε πρέπει να κοιμηθώ. Μα πρώτα πρέπει να στρώσω το κρεβάτι μου».
Ο Σκαντζούλης ξεκίνησε με τα μικρά του ποδαράκια. Τιπ, ταπ. Τιπ, ταπ.
Κάτω από το έλατο καθόταν ο σκίουρος και τακτοποιούσε τα κουκουνάρια του.
«Σκίουρε», είπε ο Σκαντζούλης. «Έχεις κάτι μαλακό για το κρεβάτι μου;»
Ο σκίουρος σκέφτηκε λιγάκι. Ύστερα πήρε ένα κομμάτι βρύο από μια πέτρα.
«Ορίστε», είπε ο σκίουρος. «Το βρύο είναι μαλακό και πράσινο και μυρίζει δάσος».
«Ευχαριστώ», είπε ο Σκαντζούλης. Πήρε το βρύο και συνέχισε τον δρόμο του. Τιπ, ταπ. Τιπ, ταπ.
Δίπλα στο ρυάκι καθόταν ένα μικρό πουλί και καθάριζε τα φτερά του.
«Πουλάκι», είπε ο Σκαντζούλης. «Έχεις κάτι μαλακό για το κρεβάτι μου;»
Το πουλί τινάχτηκε και ένα πούπουλο έπεσε απαλά, άσπρο και ανάλαφρο.
«Ορίστε», είπε το πουλί. «Ένα πούπουλο είναι ζεστό και ελαφρύ σαν ανάσα».
«Ευχαριστώ», είπε ο Σκαντζούλης. Πήρε το πούπουλο και συνέχισε τον δρόμο του. Τιπ, ταπ. Τιπ, ταπ.
Στην κορυφή του λόφου στεκόταν η γέρικη βελανιδιά. Ήταν το πιο γέρικο δέντρο του δάσους και είχε ακόμα πολλά φύλλα.
«Βελανιδιά», είπε ο Σκαντζούλης. «Έχεις κάτι μαλακό για το κρεβάτι μου;»
Φύσηξε λίγο αεράκι. Η βελανιδιά αναστέναξε με όλα της τα κλαδιά και τα φύλλα έπεσαν στροβιλίζοντας, ένα ένα, κίτρινα και καφέ και ξερά. Μαζεύτηκαν σε έναν σωρό, ακριβώς στα πόδια του Σκαντζούλη.
«Ορίστε», θρόισε η βελανιδιά. «Τα φύλλα μου είναι ξερά και κάνουν χρατς χρουτς. Κάτω από αυτά θα είσαι ζεστά όλο τον χειμώνα, ώσπου να έρθει η άνοιξη».
«Ευχαριστώ», είπε ο Σκαντζούλης.
Έστρωσε πρώτα το βρύο. Από πάνω έβαλε το πούπουλο. Ύστερα χώθηκε κάτω από τα φύλλα της βελανιδιάς, κι εκείνα τον σκέπασαν σαν κουβέρτα.
Ήταν μαλακά. Ήταν ζεστά. Μύριζαν δάσος.
Ο Σκαντζούλης κουλουριάστηκε σαν μικρή, στρογγυλή μπάλα. Πήρε μια ανάσα, αργά. Και την άφησε, ακόμα πιο αργά.
Μακριά, κάτω από το έλατο, ο σκίουρος ξάπλωσε στη φωλιά του. Δίπλα στο ρυάκι, το πουλί έχωσε το κεφάλι κάτω από τη φτερούγα του. Η βελανιδιά στεκόταν ακίνητη και φύλαγε σκοπιά.
Και η πρώτη μικρή νιφάδα χιονιού έπεσε, πολύ πολύ ήσυχα, πάνω στον σωρό με τα φύλλα όπου κοιμόταν ο Σκαντζούλης.
Καληνύχτα, Σκαντζούλη. Καληνύχτα, δάσος. Καληνύχτα κι εσύ.

