Ο νάνος στο σπιτάκι από μπισκότο

Την πρώτη Κυριακή της περιόδου πριν από τα Χριστούγεννα, η Μάικεν και ο μπαμπάς έφτιαξαν ένα μπισκοτόσπιτο. Είχε τέσσερις τοίχους, μια στέγη με χιόνι από ζάχαρη άχνη και μια πόρτα που ο μπαμπάς την είχε κόψει λίγο στραβά. Η Μάικεν έβαλε ένα κόκκινο ζελεδάκι για πόμολο κι ένα αμύγδαλο πάνω στην καμινάδα. Έπειτα έστησαν το σπιτάκι στο παράθυρο της κουζίνας, ανάμεσα στα κεριά που άναβαν πριν από τα Χριστούγεννα και τον παλιό χριστουγεννιάτικο νάνο με τα γένια από βαμβάκι.
Το επόμενο πρωί, κάτι δεν ήταν όπως έπρεπε.
Η στραβή πόρτα ήταν μισάνοιχτη, ενώ πριν ήταν κλειστή.
– Εσύ θα την πείραξες, είπε ο μπαμπάς.
– Εγώ δεν την πείραξα καθόλου, είπε η Μάικεν.
Πήρε το μπλοκ της και ζωγράφισε την πόρτα και το σπιτάκι, ακριβώς όπως θα έκανε μια αληθινή ντετέκτιβ.
Το επόμενο πρωί, το ζελεδάκι ήταν στην καμινάδα και το αμύγδαλο στην πόρτα. Και το μεθεπόμενο, ένα στενό αυλάκι κατέβαινε τη στέγη, μέσα στο χιόνι από ζάχαρη άχνη, σαν να είχε περάσει από εκεί ένα έλκηθρο.
Και την ημέρα της Αγίας Λουκίας, μιας γιορτής του Δεκέμβρη όπου τα παιδιά ντύνονται στα λευκά και τραγουδούν, η Μάικεν κατέβηκε με το νυχτικό της και με γιρλάντα στα μαλλιά. Τότε τα είδε.
Πατημασιές μικρές, τόσο δα μικρές, πάνω στο χιόνι της στέγης. Δεν ήταν από πατουσάκια, αλλά από μποτάκια με τακούνι, όχι μεγαλύτερα από κόκκους ρυζιού.
– Κάποιος μένει στο μπισκοτόσπιτό μας, ψιθύρισε.
Δεν το είπε στον μπαμπά, όχι ακόμη. Μια αληθινή ντετέκτιβ δεν λέει τίποτα ώσπου να σιγουρευτεί. Αντί γι’ αυτό, θυμήθηκε τι έλεγε η γιαγιά: τα Χριστούγεννα πρέπει να αφήνεις ένα μπολ χυλό για τον νάνο που φροντίζει το σπίτι σου, αλλιώς μπορεί να θυμώσει και να αρχίσει τις σκανταλιές.
Η πόρτα, το ζελεδάκι, το αυλάκι από το έλκηθρο. Όλα ήταν σκανταλιές. Όποιος έμενε στο μπισκοτόσπιτο θα ήταν σίγουρα ένας νάνος, μόνο που θα ήταν πολύ, μα πολύ μικρός. Κι ένας τόσο μικρός νάνος δεν χρειάζεται μεγάλο μπολ, σκέφτηκε η Μάικεν.
Έτσι, το βράδυ πριν από την παραμονή των Χριστουγέννων, πήρε μια δαχτυλήθρα από το κουτί με τα ραφτικά της γιαγιάς. Τη γέμισε με λίγο χυλό από ρύζι που είχε μείνει από το βραδινό, έβαλε από πάνω μια σταφίδα και την άφησε ακριβώς έξω από τη στραβή πόρτα.
– Ορίστε, ψιθύρισε. Και καλά Χριστούγεννα.
Εκείνο το βράδυ η Μάικεν δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το σπίτι έτριζε κι έσκαγε, και έξω το χιόνι έπεφτε τόσο σιγανά που σχεδόν το άκουγες. Στο τέλος πήρε τον φακό της και κατέβηκε στις μύτες τη σκάλα, πέρασε δίπλα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο που μύριζε δάσος και μπήκε στη σκοτεινή κουζίνα.
Δεν άναψε το φως. Απλώς κάθισε στο πάτωμα και περίμενε.
Στην αρχή δεν έγινε τίποτα. Ύστερα ακούστηκε ένα μικρό ξυστ. Η στραβή πόρτα άνοιξε και από μέσα βγήκε ένας χριστουγεννιάτικος νάνος. Δεν ήταν πιο ψηλός από το μικρό δαχτυλάκι της Μάικεν. Είχε άσπρη γενειάδα που έφτανε ως τη ζώνη του κι έναν κόκκινο σκούφο τόσο μακρύ, που η φούντα του σχεδόν σερνόταν στο χιόνι. Στην αγκαλιά του κρατούσε κάτι πράσινο.
Ο νάνος άφησε αυτό που κρατούσε πάνω στο χιόνι, δίπλα στο σπιτάκι. Ήταν μια βελόνα από το έλατο του σαλονιού. Την έστησε όρθια και τη στερέωσε με λίγη ζάχαρη άχνη. Στην κορυφή της έβαλε έναν κόκκο ζάχαρης που γυάλιζε.
Ο νάνος είχε φτιάξει ένα δικό του χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Η Μάικεν κράτησε την αναπνοή της. Ο νάνος γύρισε και την κοίταξε κατάματα. Δεν έτρεξε να κρυφτεί μέσα. Μόνο την κοίταζε, και τα γένια του έτρεμαν λίγο, σαν να χαμογελούσε από κάτω.
– Καλά Χριστούγεννα, ψιθύρισε η Μάικεν.
Ο νάνος κάθισε δίπλα στη δαχτυλήθρα και έφαγε τον χυλό. Τον έφαγε όλο, κι άφησε τη σταφίδα για το τέλος. Ύστερα σήκωσε τον σκούφο του χαιρετώντας τη Μάικεν, μπήκε από την πόρτα και την έκλεισε πίσω του.
Το πρωί της παραμονής, η δαχτυλήθρα ήταν άδεια και γυαλιστερή, σαν να την είχε ξύσει κάποιος μέχρι να καθαρίσει εντελώς. Δίπλα της στεκόταν το μικρό δεντράκι από μια μονάχα βελόνα ελάτου. Η Μάικεν ήξερε πως ήταν για εκείνη.
Όλες τις μέρες των Χριστουγέννων, το μπισκοτόσπιτο έμεινε στο παράθυρο και κανείς δεν επιτρεπόταν να φάει ούτε κομματάκι. Όμως, στη γιορτή του Αγίου Κνούτου, όταν οι άνθρωποι χορεύουν γύρω από το δέντρο για να αποχαιρετήσουν τα Χριστούγεννα, ο μπαμπάς θέλησε να το πετάξει. Η Μάικεν είπε όχι.
– Κάποιος μένει εκεί, είπε. Και είναι χειμώνας.
Ο μπαμπάς την κοίταξε. Ύστερα κοίταξε το δεντράκι από τη μία και μοναδική βελόνα ελάτου.
– Η αποθήκη, είπε. Εκεί μέσα είναι στεγνά. Και στους νάνους πάντα άρεσε να μένουν σε αποθήκες.
Έτσι, το μπισκοτόσπιτο μετακόμισε σ’ ένα ράφι στην αποθήκη, όπου ήταν στεγνά και ήσυχα. Η Μάικεν γέμιζε ξανά τη δαχτυλήθρα κάθε Σάββατο. Ζωγράφισε και τον νάνο στο μπλοκ της, με τον κόκκινο σκούφο του.
Κι αν κάποιο βράδυ του Γενάρη περάσεις στις μύτες δίπλα από την αποθήκη και κοιτάξεις πολύ, μα πολύ προσεκτικά, ίσως δεις ένα μικρό φως σ’ ένα παράθυρο από μπισκότο.
Μιλήστε για το παραμύθι
- Τι σκανταλιές λες να έκανε ο νάνος τις άλλες νύχτες, όσο κοιμόταν η Μάικεν;
- Γιατί νομίζεις πως ο νάνος χάρισε στη Μάικεν ένα δεντράκι από μία μόνο βελόνα ελάτου;
- Αν ερχόταν ένας νάνος να μείνει στο σπίτι σας, πού θα έμενε και τι θα του άφηνες να φάει;
Φανταστείτε τη συνέχεια
Τι να κάνει άραγε ο νάνος στην αποθήκη όταν έρθει η άνοιξη; Φανταστείτε μαζί τη συνέχεια ή ζωγραφίστε έναν χριστουγεννιάτικο νάνο βήμα βήμα και αφήστε τον να μείνει στο μπλοκ σας, όπως έκανε και η Μάικεν.

